Reviews

Resonance: A Plague Tale Legacy – Multi Review by Panos and Zapdim

Έχοντας παίξει τα πρώτα δύο παιχνίδια της σειράς Plague Tale, όταν είδα ότι έρχεται το prequel αυτής, ήμουν συγκρατημένα αισιόδοξος. Είχα πίστη ότι το σενάριο θα είναι καλό αλλά είχα αμφοβολίες για το gameplay. Τελικά τα κατάφερε το τρίτο παιχνίδι της σειράς να μου αφήσει καλές εντυπώσεις; Πάμε να δούμε αναλυτικά.

Με το Resonance: A Plague Tale Legacy, η Asobo Studio επιλέγει να πειραματιστεί σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Για πρώτη φορά μετά το 2019, η ομάδα ανάπτυξης αφήνει στην άκρη το κλασικό πρωταγωνιστικό δίδυμο των Amicia και Hugo de Rune, στρέφοντας την προσοχή στη Sophia, έναν χαρακτήρα που γνωρίσαμε στο A Plague Tale: Requiem. Η αλλαγή αυτή στην κεντρική ηρωίδα έδωσε την ευκαιρία στο γαλλικό στούντιο να ανανεώσει τη φόρμουλα του παιχνιδιού, αντικαθιστώντας τη βαριά stealth προσέγγιση με πιο άμεση δράση και μάχη.

Η ιστορία μας μεταφέρει 15 χρόνια πριν από τα γεγονότα του δεύτερου τίτλου. Ως μέλος μιας «οικογένειας» πειρατών, η Sophia καθοδηγείται από οράματα σε ένα εγκαταλελειμμένο νησί προς αναζήτηση ενός θησαυρού, με την πλοκή να περιπλέκεται καθώς αποκαλύπτονται ψήγματα μιας άλλης ζωής στο μυαλό της. Παρά την απουσία των Amicia και Hugo, το prequel είναι καλά στημένο, προσφέροντας έναν ευχάριστο χαρακτήρα, καλογραμμένους διαλόγους και εξαιρετικές ερμηνείες από τους voice actors, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η Άννα Δημητρίου.

Η μεγαλύτερη έκπληξη του τίτλου βρίσκεται στο σκηνικό της περιπέτειας. Η Asobo Studio τοποθετεί τη δράση στην Κρήτη του Μίνωα, του λαβύρινθου και του Μινώταυρου, προσφέροντας εντυπωσιακές τοποθεσίες όπως παραλίες, παλάτια, δάση και σπήλαια με έντονο μεσογειακό χρώμα. Η μηχανή γραφικών Zouna προσφέρει ένα πολύ όμορφο οπτικό αποτέλεσμα, αν και η ιστορία στερείται ορισμένων στιγμών μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης που χαρακτήριζαν τους προηγούμενους τίτλους. Παρά το εντονότατο ελληνικό στοιχείο, απουσιάζει αισθητά η ελληνική γλώσσα καθώς δεν τη συναντάμε ούτε στο μενού, ούτε στους υπότιτλους. Από τη μία ακούμε συνεχώς ελληνικά τραγούδια με ελληνικό στίχο και από την άλλη απουσιάζει η γλώσσα μας από το υπόλοιπο παιχνίδι. Κρίμα.

Στο κομμάτι του gameplay, η Sophia διαφοροποιείται αισθητά καθώς μάχεται με σπαθί και στιλέτο. Η κίνηση είναι ομαλή, οι χειρισμοί απλοί και η μάχη προσφέρει μια ευχάριστη αλλαγή. Παράλληλα, υπάρχουν διάφορα σπαθιά και αξεσουάρ που βελτιώνουν τις ικανότητές της χωρίς να αποσπούν την προσοχή από την πλοκή. Το skill tree αφορά κυρίως σε κινήσεις επίθεσης όπου ξεκλειδώνετε πιο περίτεχνες ενέργειες και πιο αποτελεσματικές κυρίως σε εχθρούν που φέρουν ασπίδα στον εξοπλισμό τους.

Παρόλο που οι μηχανισμοί της μάχης και οι γρίφοι παραμένουν σχετικά απλοϊκοί και εξελίσσονται ελάχιστα κατά τη διάρκεια της εμπειρίας, η συνολική διάρκεια των 13 ωρών (χωρισμένη σε 14 κεφάλαια) διατηρεί καλό ρυθμό. Σε ότι αφορά στους γρίφους του παιχνιδιού, η Asobo δεν είχε μεγάλη έμπνευση καθώς πρόκειται για περιβαλλοντικούς γρίφους που ξεκινούν ως χαμηλής δυσκολίας και όσο προχωράμε στα κεφάλαια είναι ακριβώς οι ίδιοι γρίφοι σε μεγαλύτερη έκταση. Ένιωσα ανά διαστήματα ότι κάπου το παραέκαναν οι δημιουργοί μη κατανοώντας ότι κουράζουν τον παίκτη.

Το παιχνίδι ευτυχώς μοιράζει έξυπνα το βάρος ανάμεσα στη δράση, την εξερεύνηση και την επίλυση γρίφων, αποτρέποντας την έντονη κούραση.

Το κορυφαίο στοιχείο του τίτλου είναι αδιαμφισβήτητα ο ηχητικός του τομέας. Ο συνθέτης Olivier Deriviere επιστρέφει, πλαισιωμένος από δεκάδες μουσικούς και παραδοσιακά όργανα. Το soundtrack διαθέτει τραγούδια με στίχους στα Ελληνικά και τα Κυπριακά επενδυμένα από την εκπληκτική φωνή της Βασιλικής Αναστασίου,  δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη και συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα που δένει οργανικά με το περιβάλλον.

Όσον αφορά την προσβασιμότητα, οι καθαροί διάλογοι, η ηχητική καθοδήγηση κατά τη διάρκεια των αναμετρήσεων και η ομαλή κάμερα βοηθούν στην εύκολη παρακολούθηση της δράσης.

Τελικά το Resonance: A Plague Tale Legacy είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στο franchise. Παρά την έλλειψη μεγάλων ρίσκων στο gameplay και τις πιο συγκρατημένες συναισθηματικά σκηνές του, προσφέρει μια ποιοτική περιπέτεια 13 ωρών με εξαιρετικό εικαστικό τομέα και ένα μοναδικό soundtrack με ελληνικό άρωμα.

Τι κρατάω:

  • Υπέροχο soundtrack με ελληνικούς και κυπριακούς στίχους.

  • Τις εντυπωσιακές, μεσογειακές τοποθεσίες.

  • Τις ποιοτικές ερμηνείες και την ενδιαφέρουσα πρωταγωνίστρια.

  • Την πιο action προσέγγιση που ταιριάζει στο χαρακτήρα της Sophia.

Τι πετάω:

  • Τους απλοϊκούς μηχανισμούς μάχης και γρίφων που παραμένουν στάσιμοι.

  • Την απουσία των έντονων, αξιομνημόνευτων σκηνών των προηγούμενων παιχνιδιών.

Βαθμολογία : 7/10

Πάνος για το savepoint.gr


H διανομή στην Ελλάδα γίνεται από τον Όμιλο AVE

Το παιχνίδι περιλαμβάνεται στη συνδρομή XBOX Gamepass Ultimate

H επίσημη σελίδα του παιχνιδιού : Resonance: A Plague Tale Legacy – Focus Entertainment

Publisher: Focus Entertainment Publishing

Platforms: PC, PS5, Xbox Game Pass, XS



Μία δεύτερη γνώμη από τον Zapdim

Όταν το 2019 το Asobo Studio εξέδωσε μέσω της Focus Home Interactive το A Plague Tale: Innocence ο κόσμος ανταποκρίθηκε θετικά. Ένα άξιο παιχνίδι, με τη συγκινητική ιστορία δυο αδερφών, της Amicia και του Hugo, οι οποίοι πάλευαν να σωθούν στη μεσαιωνική Γαλλία τόσο από τη μυστηριώδη ασθένεια-ικανότητα του μικρού Hugo, όσο κι από τους ζηλωτές στρατιώτες της εκκλησίας που κυνηγούσαν και καταδίκαζαν κάθε τι το διαφορετικό. Μετά λίγα χρόνια ήρθε το δεύτερο μέρος και η ολοκλήρωση της ιστορίας με το A Plague Tale: Requiem, με θετικές ξανά εντυπώσεις. Πλέον εν έτει 2026 εκδίδεται το Resonance: A Plague Tale Legacy όπου και η γκέιμινγκ κοινότητα λαμβάνει ένα πρίκουελ της ιστορίας με πρωταγωνίστρια τη Sophia, χαρακτήρα που είχαμε συναντήσει σε βασικό ρόλο στο δεύτερο παιχνίδι της σειράς. Όταν είχε παρουσιαστεί πριν 2 χρόνια, αν δεν απατώμαι το πρόμο του Resonance,  οι αρχικες εντυπώσεις ήταν διφορούμενες. Νέα πρωταγωνίστρια, νέο περιβάλλον και μια ιστορία που έδειχνε να παίρνει εντελώς ξεχωριστό δρόμο από τη βασική πλοκή. Όλα όμως ήταν καλώς προϋπολογισμένα και σχεδιασμένα από το ταλαντούχο Asobo Studio.

Η ιστορία μας λαμβάνει χώρα μια 15ετία πριν τα γεγονότα της Γαλλίας που είδαμε στο πρώτο παιχνίδι. Εδώ θα ξεκινήσουμε με τη μικρή Sophia, η οποία είναι κλεισμένη σε ένα μοναστήρι και οι καλόγριες προσπαθούν να καταλάβουν την περίεργη ασθένειά της κάνοντας της διάφορες εξετάσεις. Στην πορεία θα γνωρίσουμε και τους υπόλοιπους χαρακτήρες που θα μας συντροφεύσουν στην ανήλικη κι ενήλικη ζωή της πρωταγωνίστριας. Με μαγικό τρόπο έχουμε μια ύφανση ενός μωσαϊκού με πειρατές, στρατιώτες, το βασιλιά Μίνωα, το Δαίδαλο, το Θησέα, την Αριάδνη και φυσικά το Μινώταυρο. Η ιστορία εξελίσσεται παράλληλα τόσο στη μινωική Κρήτη όσο και στη σύγχρονη εποχή όπου η Sophia μαζί με τους πειρατές συντρόφους της προσπαθούν να ανακαλύψουν μυστικά και θησαυρούς. Φυσικά μέσα στο σενάριο υπάρχει και η σύνδεση με τη βασική ιστορία των πρώτων τίτλων, δίνοντας έτσι μια οριζόντια νοητική εναρμόνιση με τον κύριο μύθο.


Η Sophia την οποία υποδύεται η γνωστή για τις συμμετοχές της σε πληθώρα παιχνιδιών, Anna Demetriou, είναι αριστοτεχνικά γραμμένη και αποδομένη. Αν και η πρώτη σκέψη του παίχτη είναι επιφυλακτική, αφού ποτέ δεν είναι απλό να αλλάξεις πρωταγωνιστή για αγαπημένο φραντσαιζ, εδώ η μετάβαση γίνεται άρτια. Οι διάλογοι με τους npcs, η αναπόληση, η ανασφάλεια, ο αναλογισμός των πεπραγμένων, ο φόβος, η οργή, όλα είναι καλογραμμένα σαν συναισθήματα και διαδράσεις. Ο παίχτης θα ταυτιστεί πολύ γρήγορα και θα αγωνιά για τη συνέχεια, αφού η ιστορία έχει βάθος. Μέγιστο ρόλο φυσικά σε αυτό παίζει και το βασικό κόνσεπτ του σεναρίου, που είναι ο γνωστός στην υφήλιο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου. Οι σεναριογράφοι σεβάστηκαν το μύθο κι εφάρμοσαν παραλλαγές που δίνουν ύφος και ταυτόχρονα ένταση στην πλοκή του παιχνιδιού.

Το γκειμπλέυ είναι αρκετά πιό εξελιγμένο και εμπλουτισμένο σε σχέση με την απλοϊκότητα των δυο πρώτων παιχνιδιών. Έχουμε να κάνουμε με έναν πιο άξιο τίτλο. Έχουμε συνεπώς μάχες με πολλαπλούς εχθρούς, με μπόσις, αποκρούσεις, αποφυγές καθώς και συνδυασμούς κινήσεων για καλύτερα αποτελέσματα. Η ηρωίδα μας κουβαλά σπαθί και στιλέτο, καθώς επίσης και κοσμήματα, τα οποία βρίσκει στην πορεία του παιχνιδιού και τα οποία της δίνουν κάποιες ενδυναμώσεις. Έτσι συνδυάζεται και το αντβέντουρ στοιχείο, που πέρα από τα όπλα και τα κοσμήματα, βρίσκουμε και στοιχεία πληροφοριακά για την πλοκή. Όλα όσα αναφέραμε έχουν τη μορφή μινωικών αντικειμένων, επιτείνοντας έτσι την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του τίτλου. Φυσικά δε λείπουν και τα βασικά χαρακτηριστικά που είχαν και τα πρώτα παιχνίδια, οι γρίφοι εν πρώτοις καθώς επίσης και η στελθ προσέγγιση της εξέλιξης. Οι πρώτοι είναι απλοϊκοί, παίζουν ξανά με το φως, το οποίο είναι βασικός πρωταγωνιστής σε όλο το φραντάιζ και σε κάποιο βαθμό επαναλαμβανόμενοι, όχι όμως σε σημείο κορεσμού. Υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα βοήθειας, ειδικά όταν η ηρωίδα μας συνοδεύεται από κάποιον συνοδοιπόρο. Το στελθ σημείο έχει κι αυτό την τιμητική του, ειδικά προς τα προχωρημένα κεφάλαια της ιστορίας, το οποίο δίνει και ένα στοιχείο αγωνίας. Καλοδουλεμένο σε γενικές γραμμές, χωρίς κάποια αδικία εις βάρος του παιχτη.

Τα γραφικά είναι καλοδουλεμένα. Η μινωική Κρήτη είναι χάρμα οφθαλμών. Όμορφα τοπία, θα αναγκάσουν τον παίχτη να βγάλει αρκετές φωτογραφίες στο photo mode. Τα χρώματα, τα ψηφιδωτά, τα φυτά, οι κίονες, τα παλάτια, τα αγάλματα. οι στολές, όλα δίνουν μια εξαιρετική αποτύπωση των όσων είχαμε μάθει στο σχολείο για το μινωικό πολιτισμό. Στο X Box όπου και παίχτηκε μέσα από το Game pass, το παιχνίδι αποδίδει πολύ καλά και στο Performance mode, χωρίς ευδιάκριτα σπασίματα.


Ο ήχος και η μουσική επένδυση φτάνουν υψηλά επίπεδα ποιότητας. Τα βοις οβερς είναι εξαιρετικά, τόσο της ηρωίδας όπως προείπαμε όσο και των υπόλοιπων χαρακτήρων. Φυσικότητα, ευθύτητα και μεστός λόγος γεμάτος δραματικότητα, χωρίς αχρείαστο χιουμορ κι ελαφρότητα. Η μουσική είναι απολύτως ταιριαστή με το θέαμα της οθόνης. Ελληνικός στίχος, μπουζούκι, κρουστά και χορωδιακή ωδή που ντύνει ιδανικά τις στιγμές κορύφωσης. Γενικά με το πέρας του παιχνιδιού ο παίχτης θα αποταθεί στο γκουγκλ για να βρει λεπτομέρειες για την πλευλιστ του Resonance. Δημιουργός ο Olivier Deriviere και βασική αηδός η Βασιλική Αναστασίου.

Συνοψίζοντας το Resonance: A Plague Tale Legacy αποτελεί ένα καλοδουλεμένο και λεπτομερές παιχνίδι, διαφήμιση για το μινωικό πολιτισμό και την πλούσια μυθολογία αυτού. Έχει ικανοποιητική μάχη για έναν casual gamer, πλούσιο στελθ κομμάτι, αρκετά έντονο αντβεντουρ στοιχείο και τρομερή ιστορία, που δένει αρμονικά δυο επιφανειακώς αταίριαστες χρονικές περιόδους. Κάποιος που θα ασχοληθεί θα κερδίσει ένα 15ωρο όμορφης καλλιτεχνικής εμπειρίας. Θα αναδείξει συναισθήματα και θα προβάλει σκηνικά που θα εντυπωθούν σε αυτούς που θα ταυτιστούν με το δράμα και την οδύνη των ηρώων του. Η ποιότητα του τίτλου είναι εμφανώς ανεβασμένη σε σχέση με τα πρώτα δυο παιχνίδια της σειράς, ειδικά στον οπτικό τομέα και αξίζει την όποια επένδυση χρόνου απο μέρους του παίχτη που θέλει να βιώσει μια όμορφη και δραματική ιστορία.

Zapdim για το savepoint.gr

Πάνος Savepoint

Πάνος Savepoint : Ή αλλιώς Peter Pan ή αλλιώς δήμαρχος. Αρνείται να μεγαλώσει αν και τα χρόνια πέρασαν έχοντας γνωρίσει και ασχοληθεί με atari 2600 μέχρι και τη νέα γενιά. Αγαπημένη κονσόλα είναι το Gamegear ενώ αγαπημένο σύστημα γενικά, η Amiga 500. Αν ήταν χαρακτήρας σε video game θα ήθελε να είναι ο Guybrush Threepwood του Monkey Island. Δεύτερη μεγάλη αγάπη του είναι τα επιτραπέζια παιχνίδια και φυσικά οι ταινίες και οι σειρές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 Zf5b9R{D.
Savepoint.gr